ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ

Ποια είναι η διαφορά της διατροφικής από τη γαστρονομική ετερότητα; Γιατί κάποια κουζίνα να κυριαρχεί και να θεωρείται ανώτερη από κάποια άλλη; Με ποιον τρόπο τα Μέσα καλλιεργούν αυτή την αίσθηση; Μήπως τελικά τα πίσω ράφια του σούπερ μάρκετ είναι το τελευταίο προπύργιο του ρατσισμού σ’ έναν κόσμο που διαμορφώνει μια παγκόσμια γαστρονομική γλώσσα; 

Ο όρος διατροφική ετερότητα (food diversity) χρησιμοποιείται για να περιγράψει δύο διαφορετικές έννοιες που έχουν σχέση με το φαγητό.  

  1. Τη διατροφική ετερότητα. Το γεγονός πως ο οργανισμός μας χρειάζεται έναν μεγάλο αριθμό διατροφικών στοιχείων είναι η απόδειξη πως η διατροφική ετερότητα είναι μεγάλης σημασίας. Με τον όρο διατροφική ετερότητα θα αναφερόμαστε στη διατροφική πλευρά του όρου, μία δίαιτα δηλαδή με πολλά και διαφορετικά διατροφικά στοιχεία. 
  2. Τη γαστρονομική ετερότητα. Με τον όρο γαστρονομική ετερότητα αναφερόμαστε στην πολιτισμική πλευρά του όρου. Πρακτικά μιλάμε για την αντιπροσώπευση πολλών και διαφορετικών γαστρονομικών, πολιτισμικών στοιχείων. Έχουμε να κάνουμε με μια μορφή πολιτισμικής ετερότητας που αφορά υπαρκτά ή λογιζόμενα ως υπαρκτά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ατόμου που έχει από κοινού με άλλους και ανήκουν στην ίδια κατηγορία (εθνική, εθνοτική, θρησκευτική, γλωσσική). (Σάββα, Ε., 2015).

 Η γαστρονομική ετερότητα περιλαμβάνει στοιχεία της διατροφικής ενώ η ουσιαστική διαφοροποίηση είναι η πολιτισμική προσέγγιση του θέματος. Οι Kittler, Sucher, και Nelms (2012) επισημαίνουν τη σημασία των διατροφικών συνηθειών στη διαμόρφωση της ταυτότητας και καταλήγουν πως για το λόγο αυτό ξοδεύουμε τόσο χρόνο, ενέργεια και χρήματα στο θέμα της διατροφής μας. Με τον ίδιο τρόπο, ο Brown υποστηρίζει πως ο συνδυασμός ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων δίνουν στο φαγητό την επιπρόσθετή του πολιτισμική αξία. (Brown, 2011). Τέλος, σύμφωνα με τον Lenzerini «η ύπαρξη πολλών διαφορετικών πολιτισμών αντικατοπτρίζει τη σημασία της ετερότητας στην κοινωνία». Στην επόμενη ενότητα θα δούμε γαστρονομικές αναπαραστάσεις στο πέρασμα των τελευταίων χρόνων στη  χώρα μας. 

Ο ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗΣ

Ζούμε στη στιγμή που ο κόσμος αναζητά και επιβραβεύει τη γαστρονομική ετερότητα. Ένα μενού σήμερα -ακόμη και όταν μαγειρεύουμε στο σπίτι μας- μπορεί να είναι ταυτόχρονα vegan, ελληνικό, να προηγείται ένα μεξικάνικο ορεκτικό, να ακολουθεί ένα ιταλικό επιδόρπιο όλα αυτά να τα συνοδεύουμε με μπίρα από μία μικρή ζυθοποιία σε ένα νησί. Πως φτάσαμε ως εδώ; Σε ποιο σημείο της διαδρομής βρισκόμαστε; Έχουν προσαρμοστεί οι αναπαραστάσεις στην πραγματική ζωή; Θα χρειαστεί να κάνουμε μια αναδρομή στα τελευταία χρόνια της ελληνικής γαστρονομίας για να κατανοήσουμε την κατάσταση σήμερα. 

Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης το φαγητό δεν είναι μόδα. Υπάρχει για να καλύψει την ανάγκη της πείνας, ξορκίζοντας το φάντασμα της κατοχής και της φτώχειας αλλά και να φέρει κοντά τους ανθρώπους της οικογένειας. Η χώρα προσπαθεί να ανανεωθεί και να ζήσει με τους όρους της Ευρώπης. Είναι η εποχή που οι νέοι εγκαταλείπουν τις αγροτικές περιοχές και μετακομίζουν στα μεγάλα αστικά κέντρα για σπουδές, δουλειά και μία νέα ζωή. Οι έλληνες ασχολούνται με την πολιτική, τα γρήγορα αυτοκίνητα, απολαμβάνουν την τηλεόραση, την έντονη νυχτερινή ζωή. Η μαγειρική στα χρόνια αυτά είναι γυναικεία υπόθεση, το μεσημεριανό σερβίρεται κυρίως στο τραπέζι της κουζίνας ή σε ειδικές εορταστικές περιπτώσεις στη μεγάλη τραπεζαρία. Οι νοικοκυρές μαγειρεύουν το οικογενειακό γεύμα ακολουθώντας τις συνταγές της μαμάς, του Τσελεμεντέ και της Χρύσας Παραδείση.

Εκείνα τα χρόνια οι επιτυχημένοι σεφ είναι λευκοί άνδρες, μέσης ηλικίας και οικογενειάρχες, με εκπαίδευση σε ευρωπαϊκές κουζίνες – κυρίως στη Γαλλία και την Αγγλία (Βέλλιου, Α. 2020). Τα καλά εστιατόρια σερβίρουν γαλλική κουζίνα: φιλέτο με σάλτσα βουτύρου, κοτόπουλο γκόρντον μπλου και μπαβαρουάζ με φράουλες. Τέτοιου είδους συνταγές ήταν μονόδρομος για τα αστικά εστιατόρια της εποχής και η γαλλική κουζίνα ήταν συνώνυμο της κομψότητας και της κοινωνικής ανωτερότητας.  Αυτό φυσικά δεν ήταν ελληνική πρωτοτυπία αλλά μια παγκόσμια τάση της εποχής• το φαγητό είναι πολιτισμικό στοιχείο, καθορίζει την προσωπική και την εθνική ταυτότητα – ποιος θα αμφισβητήσει τη γαλλική υπεροχή; 

Η θεωρούμενη ανωτερότητα της γαλλικής εθνικής ταυτότητας και πολιτισμού είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε την παγκόσμια κυριαρχία της γαλλικής κουζίνας. Η αξιολόγηση μιας κουζίνας ως ανώτερη γίνεται από τα Μέσα με τη διαδικασία της πλαισίωσης: επιλέγοντας δηλαδή να τονίσουν συγκεκριμένα στοιχεία, περιλαμβάνοντας και αποκλείοντας πληροφορίες, δίνοντας έμφαση σε κάποια άλλα και καλλιεργώντας δίπολα. Η υψηλή γαλλική κουζίνα απέναντι στην υπερβολική αμερικάνικη, η λεπτομερής ιαπωνική τεχνική απέναντι στους υπόλοιπους άξεστους ασιάτες που μαγειρεύουν ερπετά και έντομα. (Hallahan K., 1999, 11(3): pp. 205-242).

Σαν αποτέλεσμα η γαλλική κουζίνα παρουσιάζεται αλλά και θεωρείται ανώτερη από τις άλλες κουζίνες. Το πρότυπο του «καλού» σεφ δεν θα μπορούσε παρά να ακολουθεί αυτές τις προδιαγραφές. Έτσι, ο επιτυχημένος σεφ είναι λευκός άνδρας, μέσης ηλικίας, με λευκή, καλοσιδερωμένη και πάντα καθαρή στολή, με υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο, εξαιρετικά πειθαρχημένος στην ιεραρχία της κουζίνας και στους κανονισμούς, με σπουδές μαγειρικής ή /και πρακτική άσκηση στο εξωτερικό, ιδιοκτήτης εστιατορίου (ή εστιατορίων). 

Το πρότυπο αυτό συνεχίζει να κυριαρχεί μέχρι και η Ελλάδα δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Ας δούμε το παράδειγμα των κριτών και των καλεσμένων κριτών στο ελληνικό Masterchef: «Η αναπαράσταση των κριτών συμβολίζει το (ελληνικό) success story. Οι τρεις κριτές είναι τρεις νέοι άνθρωποι, με υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο και σπουδές μαγειρικής ή πρακτική άσκηση της μαγειρικής στο εξωτερικό, οι οποίοι έχουν το δικό τους μαγειρικό στυλ και είναι ιδιοκτήτες εστιατορίων. Ο/Η παίκτης/τρια αντιμετωπίζει τους κριτές ως αυθεντίες, φέρεται με σεβασμό απέναντί τους και στόχος είναι η μίμηση αυτών. Πρόκειται για μια ακριβή αναπαράσταση της σύγχρονης μαγειρικής καριέρας. Η σκληρή εργασιακή πραγματικότητα όμως έρχεται να επισκιάσει κάθε καλαίσθητο success story». (Βέλλιου, Α. 2021:32). 

Από την ευρύτερη ομάδα των κριτών απουσιάζουν οι γυναίκες, οι άνθρωποι διαφορετικού χρώματος, φυλής, κουλτούρας, σεξουαλικού προσανατολισμού, μαγειρικού ύφους, ηλικίας: όλοι εμπίπτουν στα πρότυπα των τριών κριτών. Οι ομάδα των διαγωνιζομένων είναι συστηματικά συμπεριληπτική, φαίνεται όμως από την αρχή αλλά και σε κάθε σημείο της διαδρομής τους η προσπάθεια να προσαρμοστούν στα πρότυπα των τριών κριτών «για να τα καταφέρουν». Μήπως αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: Μήπως η επιλογή των διαγωνιζομένων στο reality αντί να προωθεί στην πολυφωνία στην κουζίνα, καταλήγει να επιβραβεύει ότι συμφωνεί με τις κυρίαρχες προδιαγραφές ενώ ουσιαστικά απορρίπτει κάθε άλλη πρόταση; 

Ο ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Στην Ελλάδα συχνά επισημαίνουμε την ανωτερότητα της ελληνικής κουζίνας, συνδέοντας την με την εθνική μας ταυτότητα. Ο Χρίστος Ζουράρις αναφέρει στον Δεύτερο Δειπνοσοφιστή: «Και αιφνιδίως η άγνωστη ελληνική κουζίνα αναγορεύθηκε, παγκοσμίως, σε διαιτολογικό πρότυπο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο ο κλασικισμός και ο φιλελληνισμός του δεκάτου ενάτου αιώνα ανήγαγαν την Ελλάδα σε πολιτιστικό πρότυπο. Ανακαλύφθηκε δηλαδή, και πάλι ένας ανύπαρκτος λαός, με φανταστικές διατροφικές συνήθειες, φορέας μιας κουζίνας ηπίων τόνων, απλών και ελαφρών γεύσεων, και ο οποίος τρέφεται αποκλειστικώς με παρθένο ελαιόλαδο, με κρασί, με δημητριακά, όσπρια και λαχανικά, ενώ φέρεται ν’ αγνοεί τελείως την μπύρα, το ουίσκι, το βούτυρο και, βεβαίως, τις μπριζόλες, τα παϊδάκια και τις υπερβολές (αυτή τη φορά, τουλάχιστο, δεν φοράει χλαμύδες)». 

Αν τα πράγματα είναι έτσι, υπάρχει άραγε διαθέσιμος χώρος για την κουζίνα του «άλλου»; Ο δημοσιογράφος Louis Menard γράφει στον New Yorker: «Η διαφορετικότητα, όπως κι αν την ορίσουμε, είναι πολιτικά κατασκευασμένη και πολιτικά διατηρημένη. Δεν συμβαίνει απλώς. Είναι μια επιλογή που κάνουμε ως κοινωνία». Όπως και ο όρος «αυθεντικός», έτσι και η διαφορετικότητα σημαίνει διαφορετικά πράγματα για κάθε άνθρωπο.  Το να θεωρούμε λοιπόν ότι η ελληνικό φαγητό είναι είναι τα λαδερά, η φέτα, το ελαιόλαδο και οι ελιές – και όχι τα μπέργκερ, η πίτσα και τα ζυμαρικά είναι πολιτική επιλογή. Η συζήτηση για την ελληνικότητα του μουσακά και του μπακλαβά είναι ζήτημα πολιτικό. Με τον ίδιο τρόπο η χορτοφαγία και η στήριξη των αγροτικών συνεταιρισμών είναι πολιτική τοποθέτηση. 

Η γαστρονομική ετερότητα εκτείνεται πέρα από τους κριτές και τους συμμετέχοντες στα reality μαγειρικής. Σήμερα οι έθνικ κουζίνες μας είναι οικίες. Μπορούμε να παραγγείλουμε φαλάφελ, ινδικό ή κινέζικο, τρώμε σούσι και ιταλικά ζυμαρικά. Αρκεί όμως αυτό για να είμαστε ικανοποιημένοι; Μήπως μπερδεύουμε την οικειοποίηση με την γαστρονομική ετερότητα; Αρκεί όμως αυτό για να είμαστε ικανοποιημένοι; 

O David Chang, ένας από τους πιο επιδραστικούς ανθρώπους στην παγκόσμια γαστρονομία φέρνει στη συζήτηση ένα θέμα που κάποιοι φαίνεται πως αγνοούν ή  αποφεύγουν.  «Το να πηγαίνει κανείς στον διάδρομο με τα έθνικ τρόφιμα στο σούπερ μάρκετ, είναι το τελευταίο προπύργιο του ρατσισμού στην σύγχρονη Αμερική και μπορεί κανείς να το δει μέρα μεσημέρι. Νιώθω πως υπάρχει ένα “αόρατο ταβάνι’’ σε κάποια είδη στο σούπερ μάρκετ: Ας πάρουμε για παράδειγμα τα ιταλικά ελαιόλαδα και τις ελιές, είναι πράγματα που βρίσκουμε στα ράφια με τα υπόλοιπα προϊόντα ενώ τα ασιατικα και τα μεξικάνικα φαγητά μπαίνουν σε ξεχωριστό σημείο. Βέβαια αυτό δεν ισχύει για όλα τα προϊόντα. Βρίσκουμε τα noodles δίπλα στα ζυμαρικά και τις τορτίγιες μαζί με τα ψωμάκια για burger. Βρίσκεις μάνγκο και ανανάδες δίπλα στα μήλα. Νιώθω όμως πως κάποια προϊόντα όπως η σάλτσα σόγιας, το ξύδι ρυζιού, τα μπαχαρικά και τα φύκια θα είναι πάντα στο τέρμα κάποιου σκοτεινού διαδρόμου, στην ίδια θέση απ’ τη δεκαετία του ’50». 

Η μεξικανικής καταγωγής συγγραφέας και δημοσιογράφος Τeresa Mares, στην έρευνα της  Eating Far From Home, περιγράφει μια ανάλογη κατάσταση όταν δεν καταφέρνει να βρει τα υλικά που χρειάζεται για να μαγειρέψει στο διάδρομο με τα «μεξικάνικα προϊόντα» στα σούπερ μάρκετ της περιοχής της. Ακούγεται υπερβολικό; Ας σκεφτούμε λίγο ένα ελληνικό σούπερ μάρκετ. Μπορεί να βρει κανείς noodles και έτοιμες για μαγείρεμα προϊόντα: σάλτσες, τορτίγιες, μίγματα μπαχαρικών και κάρι. Όλα αυτά τα προϊόντα δεν προορίζονται για κάποιον μεξικανό, ασιάτη ή ινδό αλλά για κάποιον λευκό που θέλει να μαγειρέψει κάτι εύκολα, απλά ανοίγοντας μερικές συσκευασίες. Ο Phill Lempert – ιδρυτής του http://www.supermarket guru, δημοσιογράφος και ερευνητής – λέει πως εκεί ακριβώς βρίσκεται το ηθικό πρόβλημα: Κάποια προϊόντα εμφανίζονται ως ασιατικά ή μεξικάνικα αλλά δεν προορίζονται για να χρησιμοποιηθούν από αυτές τις εθνικότητες. Οι έτοιμες για μαγείρεμα σάλτσες και οι σούπες σε σκόνη για παράδειγμα. Οι ασιάτες δεν χρησιμοποιούν αυτά τα προϊόντα, είναι προϊόντα που απευθύνονται σε λευκούς που θέλουν να πάρουν μία γεύση εξωτισμού. 

Επιπλέον, από τα ελληνικά σούπερ μάρκετ απουσιάζουν προϊόντα από εθνικές κουζίνες με υψηλά ποσοστά αντιπροσώπευσης στον πληθυσμό. Για να βρει κανείς προϊόντα από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τη Ρωσία, την Ουκρανία, τις Φιλιππίνες θα πρέπει να ανατρέξει σε συγκεκριμένα σημεία πώλησης. 

Η δημοσιογράφος Coral Lee δείχνει τον δρόμο: «Τα καλά νέα είναι πως η λύση είναι κοντά: Το να καταργήσουμε τον διάδρομο με τα έθνικ προϊόντα και να μοιράσουμε τα προϊόντα αυτά μέσα στο κατάστημα -το κάθε ένα στην κατηγορία του είναι μια καλή αρχή. 

Μία άλλη πλευρά του θέματος, τονίζει η συγγραφέας και ερευνήτρια Lorraine Chuen. Στην έρευνα της με τίτλο:“ Food, Race, and Power: Who gets to be an authority on ‘ethnic’ cuisines?’’  συγκέντρωσε στοιχεία για την καταγωγή αυτών που γράφουν τις συνταγές καταχωρημένες ως “ethinc’’ συνταγές για τoυς New York Times για να να επιβεβαιώσει αυτό που όλοι υποπτευόμαστε: Το 82% των συνταγών είναι γραμμένες από λευκούς. 

Τον Φεβρουάριο του 2021, το περιοδικό Γαστρονόμος, κυκλοφορεί ένα τεύχος αφιερωμένο στην κουζίνα των Ρομά. «Αυτή την Κυριακή για την Καθημερινή, για πρώτη φορά, οι δυναμικές Ελληνίδες Τσιγγάνες από την Ρομά κοινότητα της Αμαλιάδας μας έβαλαν στα σπίτια, τις κουζίνες και τις αυλές τους, μοιράστηκαν τις προγονικές πατροπαράδοτες τους και ετοίμασαν για εμάς ένα μεγάλο, πολύχρωμο, φιλόξενο τραπέζι με ρομανέ χαμάτα: τσιγγάνικα μαγειρέματα. Κοιτάζοντας όχι μόνο μπροστά, αλλά και γύρω του, ο «Γαστρονόμος» αναζήτησε, μέσα από το φαγητό, την ιστορία των Ελλήνων Ρομά όπως πραγματικά είναι. Μέσα από κείμενα-έκπληξη για την κοινωνία και την ιστορία τους, γινόμαστε κοινωνοί ενός πολιτισμού που παύει πια να είναι άγνωστος, γίνεται οικείος και γνώριμος σαν παλιός φίλος». Το αφιέρωμα και τις συνταγές υπογράφει συντάκτρια του περιοδικού που δεν έχει  καμία όμως καταγωγή Ρομά. Αρκεί μια μικρής διάρκειας επίσκεψη για να να «γίνει κοινωνός ενός πολιτισμού που παύει να είναι πια άγνωστος και γίνεται οικείος και γνώριμος σαν παλιός φίλος»; Μήπως το θέμα της εκπροσώπησης είναι βαθιά συστημικό, αξιοποιήθηκε μόνο για λόγους εντυπωσιασμού και για το λόγο αυτό δεν προβλημάτισε το αυτονόητο: που είναι η δική τους ιστορία από το τεύχος; 

Η Lorraine Chuen έχει την απάντηση. «Ήξερα πως η εκπροσώπηση είναι θέμα συστημικό. αλλά ήθελα να διαπιστώσω τι συμβαίνει με το χώρο της γαστρονομίας». Ας σκεφτούμε την εξής περίπτωση: Γιατί ενώ υπάρχουν έλληνες που έχουν ιαπωνικά εστιατόρια ή μαγειρεύουν ιαπωνική κουζίνα, δεν υπάρχουν έλληνες που επενδύουν σε ρωσικά ή αλβανικά εστιατόρια ενώ και οι συγκεκριμένες κουζίνες είναι εκτός γαστρονομικού τύπου; Μήπως τα ζητήματα αυτά είναι εξαιρετικά πολιτικά για έναν χώρο που είναι κατά βάση απολιτικός; Η Lorraine Chuen απαντά: Είναι εύκολο να θέλουμε κάτι να μην έχει πολιτική χροιά όταν έχουμε το προνόμιο να μας ικανοποιεί έτσι, χωρίς να είναι πολιτικό δηλαδή. Είμαι αισιόδοξη και θα ήθελα αυτή η συζήτηση να είναι μόνο η αρχή. Για αυτούς που υποστηρίζουν πως το φαγητό θα πρέπει να παραμείνει μακριά από τέτοια θέματα έχω να πω το εξής: Ακούστε τους ανθρώπους που βιώνουν τις διακρίσεις και προσπαθήστε να έρθετε στη θέση τους. Μην δικαιολογείτε τον ρατσισμό. Όταν τα παιδιά στο σχολείο σχολιάζουν το φαγητό μια μειονότητας ας μην πούμε απλά “Παιδιά είναι’’. Είναι εύκολο να αντιδράσουμε έτσι γιατί μας βολεύει, αλλά αυτό είναι προνόμιο. Δεν προσπαθώ να σπείρω την αντιπαράθεση αλλά να θίξω δομικά προβλήματα της καθημερινότητας».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

  • Ο επιτυχημένος σεφ είναι λευκός άνδρας, μέσης ηλικίας, με λευκή, καλοσιδερωμένη και πάντα καθαρή στολή, με υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο, εξαιρετικά πειθαρχημένος στην ιεραρχία της κουζίνας και στους κανονισμούς, με σπουδές μαγειρικής ή /και πρακτική άσκηση στο εξωτερικό, ιδιοκτήτης εστιατορίου (ή εστιατορίων). 
  • Ένα τέτοιου είδους πρότυπο ενδυναμώνεται από τηλεπαιχνίδια τύπου Masterchef. Στα παιχνίδια αυτά, η ομάδα των παικτών είναι πιο συμπεριληπτική, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα. 
  • Η επιλογή των διαγωνιζομένων στο reality αντί να προωθεί στην πολυφωνία στην κουζίνα, καταλήγει να επιβραβεύει ότι συμφωνεί με τις κυρίαρχες προδιαγραφές ενώ ουσιαστικά απορρίπτει κάθε άλλη πρόταση.
  • Η κουζίνα συνδέεται άμεσα με την εθνική μας ταυτότητα. 
  • Η διαφορετικότητα, είναι πολιτικά κατασκευασμένη και πολιτικά διατηρημένη. Δεν συμβαίνει απλώς. Είναι μια επιλογή που κάνουμε ως κοινωνία.
  • Η γαστρονομική ετερότητα εκτείνεται πέρα από τους κριτές και τους συμμετέχοντες στα reality μαγειρικής. Μπορούμε να παραγγείλουμε φαλάφελ, ινδικό ή κινέζικο, τρώμε σούσι και ιταλικά ζυμαρικά. Συχνά μπερδεύουμε την οικειοποίηση με την γαστρονομική ετερότητα.
  • Τα προϊόντα που παρουσιάζονται ως «έθνικ» απευθύνονται σε λευκούς που θέλουν να δοκιμάσουν την κουζίνα των «άλλων» με τους δικούς τους όρους.
  • Η εκπροσώπηση στον χώρο της γαστρονομίας είναι θέμα συστημικό και είναι η ώρα όλοι μας να απαιτούμε περισσότερο σεβασμό στους άλλους ανθρώπους και τις κουλτούρες τους. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γκότοβος, Α. (2002). Εκπαίδευση και ετερότητα: ζητήματα διαπολιτισμικής

παιδαγωγικής. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Brown, A. (2011). Understanding food: Principles and preparation (4th ed.). Belmont, CA: Wadsworth. 

Hallahan K., (1999). Seven Models of Framing: Implications for Public Relations. Journal of Public Relations Research.

Kittler, P.G., Sucher, K.P., & Nelms, M.N. (2012). Food and culture (6th ed.). Belmont, CA: Wadsworth.

Pitts, D. W. (2005). Diversity, representation, and performance: Evidence about race and ethnicity in public organizations.

Άρθρα

Βέλλιου, Α.(2020). Για μια κοινωνιολογία της γαστρονομίας στην Ελλάδα σήμερα: Επαγγελματική ταυτότητα και τηλεοπτική αναπαράσταση. Ανακτήθηκε από https://pergamos.lib.uoa.gr/uoa/dl/frontend/file/lib/default/data/2924660/theFile

Almerico, G. M. (2014). Food and identity: Food studies, cultural, and personal identity. Journal of International Business and Cultural Studies, 8, 1.

Bertella, G. (2011). Knowledge in food tourism: the case of Lofoten and Maremma Toscana. Current Issues in Tourism, 14(4): 355-371. Ανακτήθηκε από https://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/13683500.2010.489638

Carman, T. (2019). To David Chang, the ‘ethnic’ food aisle is racist. Others say it’s convenient.

Ανακτήθηκε από https://www.washingtonpost.com/news/voraciously/wp/2019/09/30/to-david-chang-the-international-food-aisle-is-a-last-bastion-of-racism-others-see-it-differently/

Chuen, L. (2017). Food, Race, and Power: Who gets to be an authority on’ethnic’cuisines?. Intersectional Analyst, 8.

Lee, C. (2020). D Is for Diversity in Food (& Why It Matters) Why is it important to eat a variety of foods, from a variety of cultures? We look at meanings of diversity, and its impact on the individual, the community, and the soil. Aνακτήθηκε από https://food52.com/blog/25074-what-is-food-diversity

Lee, V. (2019). Culinary Contructions: Food, Otherness and National Identity in French and French-language Cinemas. In Ninth International Conference on Food Studies. Culinary Science: A New Foodway? 24–25 October 2019, National Kaohsiung University of Hospitality and Tourism, Kaohsiung City, Taiwan. National Kaohsiung University of Hospitality and Tourism.

Mares, T. M., Wolcott-MacCausland, N., & Mazar, J. (2017). Eating Far from Home: Latino/a Workers and Food Sovereignty in Rural Vermont. as well as Kathleen Sexsmith,“Milking Networks for All They’re Worth: Precarious Migrant Life and the Process of Consent on New York Dairies,” in Food Across Borders, ed. Matt Garcia, E. Melanie DuPuis, and Don Mitchell (New Brunswick, NJ: Rutgers University Press: 2017), 181-218.

Mares, T. M. (2019). 3. Cultivating Food Sovereignty Where There Are Few Choices. In Life on the Other Border (pp. 85-117). University of California Press.

Menand, L. (2020). The Changing Meaning of Affirmative Action, The past and the future of a long-embattled policy.  Ανακτήθηκε από https://www.newyorker.com/magazine/2020/01/20/have-we-outgrown-the-need-for-affirmative-action

Partarakis, N., Kaplanidi, D., Doulgeraki, P., Karuzaki, E., Petraki, A., Metilli, D., … & Zabulis, X. (2021). Representation and Presentation of Culinary Tradition as Cultural Heritage. Heritage, 4(2), 612-640.

Sen, M. (2017). Want to Understand Food Media’s Lack of Diversity? Here Are the Numbers.  Ανακτήθηκε από https://food52.com/blog/18850-want-to-understand-food-media-s-lack-of-diversity-here-are-the-numbers

Zhang, J. (2019). David Chang Calls the Ethnic Food Aisle the ‘Last Bastion of Racism’ in American Retail. Ανακτήθηκε από https://www.eater.com/2019/10/1/20893419/david-chang-supermarket-ethnic-food-aisle

Podcast

The David Chang Show (2019). Bill Simmons on  2019 Food Trends, Fatherhood, and, of cousre, the NBA. https://open.spotify.com/episode/2xAjFaqcGZmIVRbmkVQfI5?si=PWL73OloSm6WUigvYPvwxA

The Racist Sandwich (2020). Stefanie Kuo & Juan Ramiez. https://open.spotify.com/show/6MHFltcPtgkRHCZWuJcpVT?si=_18ZrsdlS42ZXviH8EWZDA

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.